φαιδρότητα

φαιδρότητα
η
1. το να είναι κανείς φαιδρός, εύθυμη διάθεση, ευθυμία.
2. γελοίος λόγος, γελοία πράξη.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • φαιδρότητα — η / φαιδρότης, ητος, ΝΜΑ [φαιδρός] ευθυμία, χαρά, ιλαρότητα νεοελλ. συνεκδ. γελοίος λόγος ή γελοία πράξη αρχ. λάμψη, ακτινοβολία («φαιδρότης ὀφθαλμῶν», Πολυδ.) …   Dictionary of Greek

  • φαιδρότητα — φαιδρότης brightness fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιδρός — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Μαθητής του Σωκράτη, γνωστός από τους πλατωνικούς διαλόγους. Υπήρξε και μαθητής του Λυσία. 2. Επικούρειος φιλόσοφος, που διακρίθηκε στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. Ήταν μαθητής του Ζήνωνα του… …   Dictionary of Greek

  • φαιδρυντικός — ή, ό 1. αυτός που προκαλεί φαιδρότητα. 2. ο ικανός να προξενεί φαιδρότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλεγρία — η [αλέγρος] 1. ευθυμία, ζωηρότητα, φαιδρότητα, κέφι 2. ευκινησία, σβελτάδα …   Dictionary of Greek

  • διάχυση — Η έκχυση, η διασκόρπιση αλλά και η φθορά· η χαλάρωση ή η εύθυμη εκδήλωση. (Ιατρ.) Τεχνική για την αφαίρεση ουσιών από το αίμα με χρήση μιας μεμβράνης, μέσω της οποίας διέρχονται οι διάφορες ουσίες με διαφορετικούς ρυθμούς. Η διαδικασία… …   Dictionary of Greek

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • ευληματώ — εὐληματῶ, έω (Α) έχω καλή διάθεση, αισθάνομαι ευφορία, φαιδρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + *ληματῶ (< λήμα «θέληση, σκοπός»)] …   Dictionary of Greek

  • ευτράπελος — η, ο (ΑΜ εὐτράπελος, ον Μ και εὐτράπηλος, ον) 1. (για πρόσ.) αυτός που αστειεύεται χαριτωμένα, με ευφυΐα, ο πνευματώδης, ο χαριτολόγος 2. γελοίος (α. «εὐτράπελόν ἐστι» β. «αυτά που λες είναι ευτράπελα») νεοελλ. 1. (για λόγο, ενέργεια ή κατάσταση) …   Dictionary of Greek

  • ευφρασία — εὐφρασία, ἡ (Α) ευφροσύνη, χαρά, καλή διάθεση, φαιδρότητα «ἡ ἐν τῇ ψυχῇ εὐφρασία», Επίκτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευφραίνω το μόρφημα φρα είναι συνεσταλμένη μεταπτωτική βαθμίδα τής ρίζας φρεν (πρβλ. και δοτ. πληθ. φρασί)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”